Monday

Τα κουτιά μου

He doesnt look a thing like Jesus
But he talks like a gentleman
Like you imagined
When you were young

Όλη μου η ζωή είναι τακτοποιημένη όμορφα σε κουτάκια. Φυλάω τα πάντα, από φωτογραφίες, εισιτήρια, χαρτάκια, αφιερώσεις, αποδείξεις, όλα μου τα ρούχα και τα τετράδια, χιλιάδες ημερολόγια, παλιές κασέτες και cd, γράμματα φίλων, βιβλία που μου χάρισαν. Γενικά. Φυλάω ότι κατα καιρούς χαροποίησε το διαβολάκι και το αγγελάκι μέσα στο κεφάλι μου, και τα έκανε να συμφιλιωθούν, να αγκαλιαστούν και να στήσουν τρελό χορό.

Συχνά ανοίγω τα κουτιά όταν αναρωτιέμαι πώς έφτασα σε αυτό το σημείο στη ζωή μου, να ανατρέξω στα βήματα που ακολούθησα, στις αποφάσεις που πήρα, στους ανθρώπους που αγάπησα ή απέρριψα, στους ανθρώπους που με αγάπησαν ή με απέρριψαν. Ανακαλύπτω συνεχώς πράγματα που δεν είχα δεί, όπως ας πούμε μια αφιέρωση στην τελευταία σελίδα σε ένα τετράδιο μαθηματικών που μου είχε γράψει ένας μαθητικός μου αγαπημένος. "Το τετράδιο τελείωσε, η αγάπη μου για σένα ποτέ." Το σκεπτικό ήταν οτι θα αγαπιόμασταν μέχρι να τελειώσει το τετράδιο μου των μαθηματικών και να γεμίσει από εξισώσεις με έναν, δύο, τρείς, ποιός ξέρεις πόσους, αγνώστους. Φυσικά δεν έφτασα ποτέ στην τελευταία σελίδα και έτσι το μήνυμα αιώνιας αγάπης χάθηκε στο χρόνο.

Ή προχτές. Που βρήκα παλιές κασέτες που μου είχε γράψει η Κ., όταν είχαμε αποφασίσει να κάνουμε συγκρότημα. Skunk Anansie για να εμπνευστούμε! Το συγκρότημά μας λεγόταν Hard Candies και είχαμε κ το ομώνυμο τραγούδι. Εγώ τους στίχους, εκείνη τη μουσική. Ψάχνοντας τα κουτιά μου βρήκα και το χαρτί με τους στίχους. "Never give in, never give up.. cause you're a hard candy".. Αυτό το τραγούδι κάναμε μόνο-φυσικά- και μετά μας έφαγαν οι εξετάσεις και οι νεανικές αγάπες, η αγωνία για το μέλλον και η ενηλικίωση..

Τρέμω στην σκέψη ότι όλα αυτά μπορεί να χαθούν μια μέρα.. Δεν μπορώ να φανταστώ την ζωή μου χωρίς τις αναμνήσεις μου, που είναι και γεύση, και όσφρηση, και αφή.. και εικόνες και ήχοι, και τραγούδια, και τετράδια, και αφιερώσεις, και χιλιάδες φωτογραφίες, θάλασσες από φωτογραφίες, ωκεανοί από φωτογραφίες.. Με φίλους, με οικογένεια, με αγάπες, με τους ανθρώπους μου. Που κάποιους τους έχω, πολλούς τους έχασα, αλλά όλοι προσθέσανε ένα κομματάκι στην ψυχή μου.

Και έτσι τώρα εγώ είμαι αυτή που είμαι, όποια είμαι, που και ποτέ να μην βρώ ακριβώς ποια είμαι, θα έχω πάντα τα κουτιά μου να ανατρέχω στην ζωή μου και να προσπαθώ να βρώ το δρόμο πίσω.

Βάζω να ακούσω Skunk Anansie- Hedonism.

Sunday

The hazards of love

“We will, perhaps, link hands like children in a circle, and sing the song we all know in our hearts: time is short, no one is really okay, life is quick and dead is dead.”

Δεν ξέρω πόσο πιο ειλικρινής μπορώ να γίνω. Πιο σαφής. Σου ζήτησα να μην με πληγώσεις. Και το υποσχέθηκες. Μου είπες ότι θα μου κρατάς τό χέρι, και θα μου χαιδεύεις τα μαλλιά, θα τρώμε σταφύλια και θα πίνουμε κρασί. Μου είπες ότι θα κοιμάσαι δίπλα μου, κολλημένος, να κρατάνε ζέστη τα σώματά μας. Μου είπες οτι θα ανοίξεις ένα παράθυρο στην καρδιά σου να μπώ, και θα με αφήσεις να κουρνιάσω, να ηρεμήσω, να πάρω δυνάμεις. Κοιτάζω γύρω και δεν μπορώ να σε βρώ, γιατί δεν είσαι πουθενά. Είσαι όπου θες να είσαι, όπως θες να είσαι, όποτε θες να είσαι. Όταν είσαι όμως, ανθίζει η γη γύρω μου, και γελάω, και θέλω να σου σκάω παιχνιδιάρικα φιλιά στα βλέφαρα, πεταχτά φιλιά στα δάχτυλα, παθιασμένα φιλιά στα χείλη.

Όταν δεν είσαι εδώ, συνήθως γράφω και σβήνω πράγματα που θα ήθελα να σου αφιερώσω, λέξεις που θα ήθελα να σου χαρίσω, νότες που θα ήθελα να αφήσω μεσα στα χέρια σου. Και ειναι εύηχες οι λέξεις, και μελωδικές οι νότες. Αλλά το μετανιώνω και τα σβήνω όλα γιατί δεν υπάρχει λόγος ούτε να τα δεις, ούτε να τα ακούσεις.

Ας ήσουν εδώ. Το υποσχέθηκες και πρέπει πάντα να κρατάς την υπόσχεσή σου.


Μου λείπει κάποιος να κάνει την καρδιά μου να τραγουδήσει. Και όχι, δεν βαρέθηκα να περιμένω. Υποψιάζομαι ότι όταν αυτό βρεθεί, το τραγούδι κάνει την αναμονή να αξίζει.

Friday

If today was your last day

My best friend gave me the best advice
He said each day's a gift and not a given right
Leave no stone unturned, leave your fears behind
And try to take the path less traveled by
...So do whatever it takes
Cause you can't rewind a moment in this life
Let nothing stand in your way

Cause the hands of time are never on your side

-Nickelback, If today was your last day

Some times lyrics say it best. I love that first sentence. My best friend gave me the best advice. My best friend.. That phrase makes my heart race, my hands are no longer cold, my day no longer seems bleak, my lips open ever so gently hinting a smile, my mind makes plans. I want to plunge into life headfirst, and experience everything fast. Though not rushed. But I do want to live it. The way I want it. The way it's worth. Some times lyrics say it best. And we better say nothing at all.

Thursday

I am..





There are some days different than the others. There are some songs that get stuck in your head.. they grab you and won't let go. There are some moments that you want to be hugged.. with no words necessary. There are times that you want to scream and shout and break things. There are dinners you've cooked for friends and shared your lives. There are moments you've laughed so hard you started to cry. There are some smells that take you back... There are places that you've known forever and times you walk them and they seem unexplored territories. There are nights that you can't sleep because you're too happy... and others because you're too sad. There are kisses that you have never given but imagine what they would feel like. There are books that you've read and carry their words in you, and there are books yet to be discovered. There are ideas you respect and ideals that you cherish. There are clothes you wear that feel like home.. because they smell like your mom. There are letters you've written and never sent and there are others you've received. There are things you've said, things you should have said, and things you should have never said. 

And that's who you were.. Who you are... And who you will become.

Tuesday

Εσύ.

Μπλέκω σε ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες.

Φοβάμαι αλλά ανατριχιάζω, δεν ξέρω κι όμως έρχομαι κοντά. Σε αναζητώ σε κάθε μου σκέψη, σε κάθε στιγμή, σε κάθε μου λέξη.
Στους παλμούς μιας χορδής, σε ένα κύμα, σε ένα φιλί.
Σε αναζητώ στους σφυγμούς μιας ζωής, σε ένα βλέμμα, σε ένα βήμα.

Πετάω τους κανόνες, κάνω ένα βήμα και βουτάω στο κενό. Αψηφώ τον εαυτό μου. Δεν θέλω να κρατηθώ.
Θέλω να με πάρεις από το χέρι και να μάθουμε μαζί να συλλαβίζουμε την αγάπη.

Είναι αυτά τα μάτια σου. Και τα χέρια σου.. Και η μυρωδιά σου από κρασί. Και τα κύματα στην καρδιά σου που δεν λένε να ημερέψουν. Επειδή δεν θέλεις. Γιατί όσο μεγαλύτερα τα κύματα τόσο πιο πολύ μάχεσαι.

Και ενώ δεν θέλω ήρεμες θάλασσες, δεν ξέρω αν μπορείς να με πάρεις να ταξιδέψουμε τα κύματα μαζί.

Thursday

My first day at work...

I had to skim through 12 manuscripts today. I loved them all. They all had something special; beautiful imagery, interesting plot, unique style. As in my life, so in my work, I tried to see the positive aspects and completely disregard the negative. Or to explain it better, I praised the good parts and felt that with hard work the bad could be overcome.

My boss laughed at me and said that my way would need infinite time, would require great resources, and that after all, not all manuscripts turn into glossy books.

I had a problem with that because I feel everyone has something to say that is worth listening to, its just that some can't really find the most effective way to do that. Then we got into this big argument, about whether being an editor is really being an egotistical, literary snob that think their view is superior to others.  Whether it fulfills some deep need to play God and decide on the fate of people. (That was mostly my argument...)

His response was that as with children, so with books, you have to give guidelines, give nudges, give a certain direction. And eventually, each to his own, shall become and produce whatever they have inside them, which very often can be something very disappointing, or absolute idiocy. Other times it can be brilliant, true poetry. He said I can't take it upon me to save every book and publish everyone's idea.
That I can't sit down with each writer and re-write whole sections, rearrange entire messages, like you can't take a child and live his life for him in order to show him the right way.

I said that If that meant making these people happy, giving them their dream, it was worth it. I repeated that I had read 12 manuscripts and loved them all, each for its own reason and that I would try to save them all, and he responded that I would fail both as an editor, as well as a mother...

I got angry and said that I still believe in the good in people, in creating rather than judging, in nurturing rather that destroying.  That there are enough critics but not enough thinkers, that there are enough editors but not enough writers.

He threw a pad and a pen towards me and said "Then write about this".

Furious, I did. I wrote this text. He read it and laughed, and said:

"Welcome to publishing. Where nothing makes sense, where you smell books and dream punctuation, where you constantly read, and listen to music, and feel inspired. You're gonna love it. And don't you ever change".

He then passed me another 12 manuscripts to skim through. "Please hate at least half of them".

I read them and loved them all.

I'm never going to change.

Monday

Αυτό το σήμερα με αρρωσταίνει.

Αυτό το δωμάτιο με αρρωσταίνει.. Νιώθω την ατμόσφαιρα βαριά. Σαν να έχω να ανασάνω χρόνια. Σιχαίνομαι. Κι όμως δεν σταματώ. Είμαι δυνατός, και οι δυνατοί προχωρούν, δεν κάνουν πίσω. Νιώθω το σώμα της από κάτω μου. Γιατί Θεέ μου; Αν είχα πιει λιγότερο.. Αν είχα πιει περισσότερο.. Ο ιδρώτας μπαίνει στα μάτια μου, πρέπει να τελειώσω. Συγκεντρώσου. Πες πως ήταν εκείνη..

«Ήταν υπέροχα». Το σώμα της κινείται ελαφρά. Τώρα τι να πεις; Τίποτα. Βάλε την μασκούλα σου, βάλ’ την και παίξε. Αλλά παίξε όπως σου αξίζει, όπως ένας πρωταγωνιστής. Σβήσε το μυαλό σου, την καρδιά σου και παίξε. Εξαφάνισε ό,τι έχεις μέσα σου και παίξε.

Ξημερώνει.
Κι ας ξημερώνει, πότε με εμπόδισε αυτό;

Τώρα όμως με ενοχλεί, το φως τρυπά στο δωμάτιό μου, τρυπά την καρδιά, την ψυχή μου. Διάτρητος. Αυτό είμαι, διάτρητος, και η ζωή μου ξεγλιστρά μέσα από τις τρύπες μου, χτυπά με δύναμη το ταβάνι. Το σπάει και ξεχύνεται στον ουρανό. Θέλω να ουρλιάξω κι όμως κρατιέμαι. Τα ουρλιαχτά είναι για τους αδύναμους, κ εγώ δεν ήμουν ποτέ τέτοιος. Τα λόγια της, γρατζούνισαν τα μάτια του Θεού.
«Σ’ αγαπάω» έλεγε, και κουβαλούσα τη μορφή της αλυσοδεμένη πάνω μου. «Ερωτευμένος άρα ονειροπόλος, ονειροπόλος άρα αθάνατος» της απαντούσα, και η καρδιά μου κρεμόταν από τις βλεφαρίδες της.
Μέχρι που γλίστρησε το χέρι της πάνω μου, και κρύο μέταλλο διαπέρασε το δέρμα μου. Το δέρμα μου και την καρδιά μου.
Πριν την αγκαλιάσω πριν νιώσω την ζέστη του προσώπου της για τελευταία φορά, κοίταξα την αντανάκλασή μου στον καθρέφτη και ψιθύρισα στο αθέατο κοινό μου «σας ευχαριστώ που ήρθατε στην παράστασή μου».

Τώρα κοιτάω αυτό το ξένο σώμα δίπλα μου, το τόσο ξένο, το αφιλόξενα ξένο, και αναρωτιέμαι αν οι άνθρωποι είναι προορισμένοι να σκουντουφλάνε στον κόσμο χωρίς ταίρι.
«Σήκω» της λέω «και φύγε».
Το είπα σιγά, δεν με άκουσε. Τράβηξα το σεντόνι από πάνω της. Το δέρμα της μυρμήγκιασε. Η θερμοκρασία της αμέσως έπεσε. Δεν ξύπνησε μόνο ταρακουνήθηκε στον ύπνο της. Τόσα πράγματα είχαν περάσει από το μυαλό μου. Η ζωή μου είχε αλλάξει χίλιες τροχιές και εκείνη ονειρευόταν. Τι να έβλεπε άραγε; Λες να καταλάβαινε την ανουσιότητα της ζωής της; Της νύχτας που πέρασε; Κομπάρσος. Αυτή στην ζωή της, κ εγώ στην δική μου. Η μήπως αυτή κομπάρσος στην δική μου, κ εγώ στην δική της;

Τι σημασία έχει;

Την σκούντηξα λίγο, μια σταλιά. Λες και έπρεπε με αυτό το απρόσμενο, ελαφρό κούνημα να καταλάβει πως δεν έχω πια χώρο για εκείνη στην ζωή μου. Άνοιξε τα μάτια της. Η μορφή μου με το τσιγάρο στο στόμα, της τα ξεκαθάρισε όλα. Ήταν η ώρα να φύγει. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει την ζωή μου.
«Μην φοβάσαι γλυκιά μου» ήθελα να της πω ειρωνικά «εμένα ολόκληροι σεισμοί δεν με ξύπνησαν.
Ντύθηκε και όταν άκουσα την πόρτα να κλείνει, ανεπαίσθητα, ξέσπασα σε ένα τρελό γέλιο.
Γελούσα για όλα αυτά που της είπα και τα πίστεψε, για όλα εκείνα που της είπα και τα πίστεψα .
Γέλασα για τον πόνο που ένιωσα όταν μια άλλη πόρτα έκλεινε πολύ πιο δυνατά, πιο βίαια, πιο απότομα.
Γέλασα για όλες τις μέρες που το μυαλό μου ήταν αιμόφυρτο από την μορφή της, παράλυτο από τα μάτια της.
Και μετά. έκλαψα.
Έκλαψα για όλα όσα γέλασα προηγουμένως, και ακόμα περισσότερα.
«δεν είσαι το άλλο μου μισό, εγώ μισώ ότι χωρίζει, είσαι το άλλο μου εγώ, αυτό που γουργουρίζει»Πόσες φορές δεν της το τραγούδησα.. Μα πιο πολύ από όλα, έκλαψα για τα τραγούδια που της χάρισα, για όλες τις φορές που την άγγιξα.
Μπήκα στο μπάνιο, να βγάλω την άλλη από πάνω μου. Έβλεπα τα υγρά της, το σάλιο της, τα φιλιά της, τα χάδια της, να γλιστρούν από πάνω μου, να στροβιλίζονται για μια στιγμή, κι ύστερα να χάνονται στον υπόνομο. Εκεί ακριβώς ήθελα να τα στείλω.
Σκουπίστηκα σκληρά με μια πετσέτα, να γδαρθώ. Το δέρμα μου γυάλισε. Έτρεξα στο δωμάτιο, και άρχισα με μανία να σκίζω τα σεντόνια. Γυμνός, με βρεγμένα μαλλιά, να μαζεύω βρώμικα σεντόνια. Όταν κατάλαβα πόσο γελοίο θέαμα πρέπει να παρουσίαζα, έκατσα στο κρεβάτι αποκαμωμένος. Πέταξα τα σεντόνια κάτω νευριασμένος.
Κοίταξα την αντανάκλασή μου στον απέναντι καθρέφτη και μου είπα: «Μάγκα, θα τρελαθείς, κοίτα να συνέλθεις.»
Άναψα ξανά τσιγάρο, και σαν την νηνεμία μετά την φουρτούνα, ηρέμησα. Το μυαλό μου ξεκαθάρισε. Ήξερα πια τι έπρεπε να κάνω… Φόρεσα την αγαπημένη μου φόρμα, που πόσες φορές δεν φόρεσε κι εκείνη, και ένα άσπρο μπλουζάκι. Έφτιαξα έναν καφέ, όπως ακριβώς μου αρέσει. 1 καφές, 1 ζάχαρη. Με την ησυχία μου. Άνοιξα τα πατζούρια. Ήμουν έτοιμος. Έβγαλα ένα άσπρο χαρτί και ένα στυλό, και ξεκίνησα.
«Την έλεγαν.. Όχι, λάθος. Την λένε
ακόμα..»

A beach like me..




Η βροχή κάνει την άμμο να φαίνεται ακόμα πιο όμορφη.. Την θάλασσα πιο μπλέ.. Τον ουρανό πιο μελαγχολικό..

Μπορεί να ονειρεύομαι παραλίες, αλλά ακόμα δεν έχει φύγει από πάνω μου το σύννεφο..

Sex and Candy..

Hangin' round downtown by myself
And I had so much time
To sit and think about myself
And then there she was
Like double cherry pie
Yeah there she was
Like disco superfly
I smell sex and candy here
Who's that lounging in my chair
Who's that casting devious stares
In my direction
Mama this surely is a dream
-Marcy Playground



Irrationally bringing back my past. Hastily. Anxiously. I'm trying to breathe and I find myself drawing small fast breaths. Like I'm about to cry. Which I'm not. I dream of different skies, different lives, and still wake up feeling trapped and restless. I hate crossroads and yet I constantly find myself at them, obviously making the wrong turn. Though, what does actually wrong mean when its what you have chosen..  And then I disappear, in the small hours of the night. Right before it dawns. When the sky feels the darkest. Not because I don't love you, but because I have to.

'To thine own self be true' which is positively the heaviest and most chilling phrase. I'm afraid to be true to myself, so I listen to music. I cover my silence with notes. Not with noise. I sing loudly, I scream out the lyrics. I live through them- they are already there, beautifully constructed.
And I irrationally bring back my past. Hastily. Anxiously.

Wednesday

Δεν ξέρω αν υπάρχεις..




Δεν ξέρω αν υπήρξες ποτέ.. Δεν ξέρω αν σε δημιούργησα απελπισμένα.. όπως σε ήθελα. Πήρα όλα αυτά που λείπουν από την ζωή μου, όλα τα ιδανικά, όλα τα δανεικα, όλα τα ονειρικά, όλα τα ανοιχτόχρωμα, όλα τα χρωματιστά, όλα τα γλυκά, όλα τα μοναδικά, κ σε έφτιαξα.

Πρώτα ξεκίνησα από την φωνή σου. Την έκανα βαρειά, λίγο βραχνιασμένη. Την βούτηξα σε βότκα κ πούρα, κ της έδωσα ζωή. Μετά έφτιαξα το γέλιο σου. Το έκανα λεπτό, δυνατό, δυναμικό, βροντερό.. Να ακούγεται παντού. Ύστερα έφτιαξα την αγκαλιά σου. Πήρα λουλούδια, πήρα μυρωδιές, συναίσθημα κ αγάπη κ τα ανακάτεψα μέσα στα χέρια σου.

Τέλος, προσπάθησα να φτιάξω το ποιος είσαι. Ξεκίνησα με λίγη ανθρωπιά. Πρόσθεσα ένα μάτσο φιλιά κ χάδια, ύστερα πήρα ενδιαφέρον, υποστήριξη για τους άλλους, ευθύνη, σοβαρότητα, παιδικότητα κ ευγένεια κ τα στριφογύρισα με μια μεγάλη κουτάλα.

Δεν ήσουν τέλειος, αλλά ήσουν τέλειος για μένα, γιατί σε έφτιαξα εγώ. Αυτό δεν σημαίνει πως είσαι αληθινός, πως υπάρχεις..

Και αν δεν υπάρχεις τώρα, δεν υπήρξες ποτέ..

Και αν δεν υπήρξες ποτέ, όλο αυτό που ζήσαμε μαζί, μάλλον το έζησα μόνη μου..

Η δεν συνέβη ποτέ..