Thursday

My first day at work...

I had to skim through 12 manuscripts today. I loved them all. They all had something special; beautiful imagery, interesting plot, unique style. As in my life, so in my work, I tried to see the positive aspects and completely disregard the negative. Or to explain it better, I praised the good parts and felt that with hard work the bad could be overcome.

My boss laughed at me and said that my way would need infinite time, would require great resources, and that after all, not all manuscripts turn into glossy books.

I had a problem with that because I feel everyone has something to say that is worth listening to, its just that some can't really find the most effective way to do that. Then we got into this big argument, about whether being an editor is really being an egotistical, literary snob that think their view is superior to others.  Whether it fulfills some deep need to play God and decide on the fate of people. (That was mostly my argument...)

His response was that as with children, so with books, you have to give guidelines, give nudges, give a certain direction. And eventually, each to his own, shall become and produce whatever they have inside them, which very often can be something very disappointing, or absolute idiocy. Other times it can be brilliant, true poetry. He said I can't take it upon me to save every book and publish everyone's idea.
That I can't sit down with each writer and re-write whole sections, rearrange entire messages, like you can't take a child and live his life for him in order to show him the right way.

I said that If that meant making these people happy, giving them their dream, it was worth it. I repeated that I had read 12 manuscripts and loved them all, each for its own reason and that I would try to save them all, and he responded that I would fail both as an editor, as well as a mother...

I got angry and said that I still believe in the good in people, in creating rather than judging, in nurturing rather that destroying.  That there are enough critics but not enough thinkers, that there are enough editors but not enough writers.

He threw a pad and a pen towards me and said "Then write about this".

Furious, I did. I wrote this text. He read it and laughed, and said:

"Welcome to publishing. Where nothing makes sense, where you smell books and dream punctuation, where you constantly read, and listen to music, and feel inspired. You're gonna love it. And don't you ever change".

He then passed me another 12 manuscripts to skim through. "Please hate at least half of them".

I read them and loved them all.

I'm never going to change.

Monday

Αυτό το σήμερα με αρρωσταίνει.

Αυτό το δωμάτιο με αρρωσταίνει.. Νιώθω την ατμόσφαιρα βαριά. Σαν να έχω να ανασάνω χρόνια. Σιχαίνομαι. Κι όμως δεν σταματώ. Είμαι δυνατός, και οι δυνατοί προχωρούν, δεν κάνουν πίσω. Νιώθω το σώμα της από κάτω μου. Γιατί Θεέ μου; Αν είχα πιει λιγότερο.. Αν είχα πιει περισσότερο.. Ο ιδρώτας μπαίνει στα μάτια μου, πρέπει να τελειώσω. Συγκεντρώσου. Πες πως ήταν εκείνη..

«Ήταν υπέροχα». Το σώμα της κινείται ελαφρά. Τώρα τι να πεις; Τίποτα. Βάλε την μασκούλα σου, βάλ’ την και παίξε. Αλλά παίξε όπως σου αξίζει, όπως ένας πρωταγωνιστής. Σβήσε το μυαλό σου, την καρδιά σου και παίξε. Εξαφάνισε ό,τι έχεις μέσα σου και παίξε.

Ξημερώνει.
Κι ας ξημερώνει, πότε με εμπόδισε αυτό;

Τώρα όμως με ενοχλεί, το φως τρυπά στο δωμάτιό μου, τρυπά την καρδιά, την ψυχή μου. Διάτρητος. Αυτό είμαι, διάτρητος, και η ζωή μου ξεγλιστρά μέσα από τις τρύπες μου, χτυπά με δύναμη το ταβάνι. Το σπάει και ξεχύνεται στον ουρανό. Θέλω να ουρλιάξω κι όμως κρατιέμαι. Τα ουρλιαχτά είναι για τους αδύναμους, κ εγώ δεν ήμουν ποτέ τέτοιος. Τα λόγια της, γρατζούνισαν τα μάτια του Θεού.
«Σ’ αγαπάω» έλεγε, και κουβαλούσα τη μορφή της αλυσοδεμένη πάνω μου. «Ερωτευμένος άρα ονειροπόλος, ονειροπόλος άρα αθάνατος» της απαντούσα, και η καρδιά μου κρεμόταν από τις βλεφαρίδες της.
Μέχρι που γλίστρησε το χέρι της πάνω μου, και κρύο μέταλλο διαπέρασε το δέρμα μου. Το δέρμα μου και την καρδιά μου.
Πριν την αγκαλιάσω πριν νιώσω την ζέστη του προσώπου της για τελευταία φορά, κοίταξα την αντανάκλασή μου στον καθρέφτη και ψιθύρισα στο αθέατο κοινό μου «σας ευχαριστώ που ήρθατε στην παράστασή μου».

Τώρα κοιτάω αυτό το ξένο σώμα δίπλα μου, το τόσο ξένο, το αφιλόξενα ξένο, και αναρωτιέμαι αν οι άνθρωποι είναι προορισμένοι να σκουντουφλάνε στον κόσμο χωρίς ταίρι.
«Σήκω» της λέω «και φύγε».
Το είπα σιγά, δεν με άκουσε. Τράβηξα το σεντόνι από πάνω της. Το δέρμα της μυρμήγκιασε. Η θερμοκρασία της αμέσως έπεσε. Δεν ξύπνησε μόνο ταρακουνήθηκε στον ύπνο της. Τόσα πράγματα είχαν περάσει από το μυαλό μου. Η ζωή μου είχε αλλάξει χίλιες τροχιές και εκείνη ονειρευόταν. Τι να έβλεπε άραγε; Λες να καταλάβαινε την ανουσιότητα της ζωής της; Της νύχτας που πέρασε; Κομπάρσος. Αυτή στην ζωή της, κ εγώ στην δική μου. Η μήπως αυτή κομπάρσος στην δική μου, κ εγώ στην δική της;

Τι σημασία έχει;

Την σκούντηξα λίγο, μια σταλιά. Λες και έπρεπε με αυτό το απρόσμενο, ελαφρό κούνημα να καταλάβει πως δεν έχω πια χώρο για εκείνη στην ζωή μου. Άνοιξε τα μάτια της. Η μορφή μου με το τσιγάρο στο στόμα, της τα ξεκαθάρισε όλα. Ήταν η ώρα να φύγει. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει την ζωή μου.
«Μην φοβάσαι γλυκιά μου» ήθελα να της πω ειρωνικά «εμένα ολόκληροι σεισμοί δεν με ξύπνησαν.
Ντύθηκε και όταν άκουσα την πόρτα να κλείνει, ανεπαίσθητα, ξέσπασα σε ένα τρελό γέλιο.
Γελούσα για όλα αυτά που της είπα και τα πίστεψε, για όλα εκείνα που της είπα και τα πίστεψα .
Γέλασα για τον πόνο που ένιωσα όταν μια άλλη πόρτα έκλεινε πολύ πιο δυνατά, πιο βίαια, πιο απότομα.
Γέλασα για όλες τις μέρες που το μυαλό μου ήταν αιμόφυρτο από την μορφή της, παράλυτο από τα μάτια της.
Και μετά. έκλαψα.
Έκλαψα για όλα όσα γέλασα προηγουμένως, και ακόμα περισσότερα.
«δεν είσαι το άλλο μου μισό, εγώ μισώ ότι χωρίζει, είσαι το άλλο μου εγώ, αυτό που γουργουρίζει»Πόσες φορές δεν της το τραγούδησα.. Μα πιο πολύ από όλα, έκλαψα για τα τραγούδια που της χάρισα, για όλες τις φορές που την άγγιξα.
Μπήκα στο μπάνιο, να βγάλω την άλλη από πάνω μου. Έβλεπα τα υγρά της, το σάλιο της, τα φιλιά της, τα χάδια της, να γλιστρούν από πάνω μου, να στροβιλίζονται για μια στιγμή, κι ύστερα να χάνονται στον υπόνομο. Εκεί ακριβώς ήθελα να τα στείλω.
Σκουπίστηκα σκληρά με μια πετσέτα, να γδαρθώ. Το δέρμα μου γυάλισε. Έτρεξα στο δωμάτιο, και άρχισα με μανία να σκίζω τα σεντόνια. Γυμνός, με βρεγμένα μαλλιά, να μαζεύω βρώμικα σεντόνια. Όταν κατάλαβα πόσο γελοίο θέαμα πρέπει να παρουσίαζα, έκατσα στο κρεβάτι αποκαμωμένος. Πέταξα τα σεντόνια κάτω νευριασμένος.
Κοίταξα την αντανάκλασή μου στον απέναντι καθρέφτη και μου είπα: «Μάγκα, θα τρελαθείς, κοίτα να συνέλθεις.»
Άναψα ξανά τσιγάρο, και σαν την νηνεμία μετά την φουρτούνα, ηρέμησα. Το μυαλό μου ξεκαθάρισε. Ήξερα πια τι έπρεπε να κάνω… Φόρεσα την αγαπημένη μου φόρμα, που πόσες φορές δεν φόρεσε κι εκείνη, και ένα άσπρο μπλουζάκι. Έφτιαξα έναν καφέ, όπως ακριβώς μου αρέσει. 1 καφές, 1 ζάχαρη. Με την ησυχία μου. Άνοιξα τα πατζούρια. Ήμουν έτοιμος. Έβγαλα ένα άσπρο χαρτί και ένα στυλό, και ξεκίνησα.
«Την έλεγαν.. Όχι, λάθος. Την λένε
ακόμα..»

A beach like me..




Η βροχή κάνει την άμμο να φαίνεται ακόμα πιο όμορφη.. Την θάλασσα πιο μπλέ.. Τον ουρανό πιο μελαγχολικό..

Μπορεί να ονειρεύομαι παραλίες, αλλά ακόμα δεν έχει φύγει από πάνω μου το σύννεφο..

Sex and Candy..

Hangin' round downtown by myself
And I had so much time
To sit and think about myself
And then there she was
Like double cherry pie
Yeah there she was
Like disco superfly
I smell sex and candy here
Who's that lounging in my chair
Who's that casting devious stares
In my direction
Mama this surely is a dream
-Marcy Playground



Irrationally bringing back my past. Hastily. Anxiously. I'm trying to breathe and I find myself drawing small fast breaths. Like I'm about to cry. Which I'm not. I dream of different skies, different lives, and still wake up feeling trapped and restless. I hate crossroads and yet I constantly find myself at them, obviously making the wrong turn. Though, what does actually wrong mean when its what you have chosen..  And then I disappear, in the small hours of the night. Right before it dawns. When the sky feels the darkest. Not because I don't love you, but because I have to.

'To thine own self be true' which is positively the heaviest and most chilling phrase. I'm afraid to be true to myself, so I listen to music. I cover my silence with notes. Not with noise. I sing loudly, I scream out the lyrics. I live through them- they are already there, beautifully constructed.
And I irrationally bring back my past. Hastily. Anxiously.

Wednesday

Δεν ξέρω αν υπάρχεις..




Δεν ξέρω αν υπήρξες ποτέ.. Δεν ξέρω αν σε δημιούργησα απελπισμένα.. όπως σε ήθελα. Πήρα όλα αυτά που λείπουν από την ζωή μου, όλα τα ιδανικά, όλα τα δανεικα, όλα τα ονειρικά, όλα τα ανοιχτόχρωμα, όλα τα χρωματιστά, όλα τα γλυκά, όλα τα μοναδικά, κ σε έφτιαξα.

Πρώτα ξεκίνησα από την φωνή σου. Την έκανα βαρειά, λίγο βραχνιασμένη. Την βούτηξα σε βότκα κ πούρα, κ της έδωσα ζωή. Μετά έφτιαξα το γέλιο σου. Το έκανα λεπτό, δυνατό, δυναμικό, βροντερό.. Να ακούγεται παντού. Ύστερα έφτιαξα την αγκαλιά σου. Πήρα λουλούδια, πήρα μυρωδιές, συναίσθημα κ αγάπη κ τα ανακάτεψα μέσα στα χέρια σου.

Τέλος, προσπάθησα να φτιάξω το ποιος είσαι. Ξεκίνησα με λίγη ανθρωπιά. Πρόσθεσα ένα μάτσο φιλιά κ χάδια, ύστερα πήρα ενδιαφέρον, υποστήριξη για τους άλλους, ευθύνη, σοβαρότητα, παιδικότητα κ ευγένεια κ τα στριφογύρισα με μια μεγάλη κουτάλα.

Δεν ήσουν τέλειος, αλλά ήσουν τέλειος για μένα, γιατί σε έφτιαξα εγώ. Αυτό δεν σημαίνει πως είσαι αληθινός, πως υπάρχεις..

Και αν δεν υπάρχεις τώρα, δεν υπήρξες ποτέ..

Και αν δεν υπήρξες ποτέ, όλο αυτό που ζήσαμε μαζί, μάλλον το έζησα μόνη μου..

Η δεν συνέβη ποτέ..

Tuesday

every new beginning comes from another new beginning's end..







Κάθε μέρα σκέφτομαι πώς θα ήταν η ζωή μου αν δεν είχα πάρει τις αποφάσεις που τελικά πήρα, πώς θα ήταν αν άφηνα τα πράγματα όπως ήταν.. Δεν μπορώ την ηρεμία, την ησυχία, και το κατάλαβα αργά.. εκεί που είναι όλα μια χαρά, ξαφνικά με πιάνει κάτι κ θέλω να φέρω τα πάνω κάτω, δίνω μια και ρίχνω το κατασκεύασμα που είχα δημιουργήσει..

Παθιάζομαι και μπερδεύομαι μόνη μου, κ μέσα σε μια στιγμή μπορώ να αλλάξω 100 γνώμες.. Ίσως γιατί φαντάζομαι την ζωή μου με έναν τρόπο, και θέλω να την κάνω ακριβώς έτσι.. Δεν καταλαβαίνω όμως ότι η ζωή μου είναι σε άμεση συνάρτηση με τις ζωές των άλλων, κ δεν μπορώ να πάρω αποφάσεις ούτε να αλλάξω τους άλλους.. Έτσι τελικά, η ζωή μου ποτέ δεν είναι όπως την φαντάζομαι, όσο κ αν προσπαθώ να την φέρω στα μέτρα μου.

Μου ξεγλιστράει από τα χέρια κ όσο κ αν την κυνηγάω, δεν μπορώ να την φτάσω..

Κάθε αλλαγή όμως φέρνει μια νέα αρχή, και την ψευδαίσθηση ότι αυτή την φορά όλα θα είναι όπως τα θέλω, όπως τα ονειρεύομαι.. Κάθε αρχή όμως είναι η αντίστροφη μέτρηση για το τέλος, που με μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις θα ξαναγίνει αρχή, κ ύστερα πάλι τέλος, μέχρι που θα μάθω να ζώ με την ζωή που δεν είναι εκατό τα εκατό αυτό που θέλω, ή θα σταματήσω να προσπαθώ.

Κι όμως, κάθε φορά ξεκινάω με την ίδια ευχάριστη αίθηση, δεν κουράζομαι να βλέπω τα πράγματα να κάνουν κύκλους, συνεχίζω να πιστεύω στους ανθρώπους, στην αγάπη, στην καλοσύνη, στην ανθρωπιά.. Ξεχνάω τις πληγές του παρελθόντος και ξεκινάω κάθε τι με την ίδια δύναμη, κ ας ξέρω πως κ αυτή την φορά δεν θα είναι τέλεια..

Η μνήμη μου δεν λέει να μάθει, και μπορεί κάθε μέρα να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν τα είχα κάνει διαφορετικά, δεν υπάρχει ούτε μια φορά που έχω μετανιώσει.. Γιατί ακόμα κ αν έχω κανει λάθη, είναι δικά μου, καταδικά μου..

" If I could tear my heart
And keep it miles apart
From love of beast or man
And never give a damn
If I could learn to lie
And never show my pride
I'd be just like the rest
Be someone I detest

Love...
Destroys the best of us
Then leaves the rest of us
Thinking perhaps we'll die
Yet still we stay alive
Lost in a hollow frame
With lonely tears remain
Not knowing our life's worth
Dragging around the earth
How false the light"

--Falling from grace, The Gentle Waves

Thursday

The things we can’t remember tell the things we can’t forget…

i mnimi..

ti periergo pragma..

ekei pou nomizeis pws kati to exeis xehasei, erxetai mia eikona, mia myrwdia, ena onoma, k ola gyrnan pisw trexontas..

kammia fora einai kalytero na ta afiseis xehasmena, alla poios einai autos pou mporese pote na antistathei stis anamniseis?

mono pou oi anamniseis berdevoun. nomizeis pws ta exeis taxinomisei ola sta koutakia tous, k erxetai enas anemos k sta kanei ola anw katw, mperdevei ta pragmata, anakatevei tin pragmatikotita, anakataskevazei ta panta. K se mpourdouklwnei..

den mou aresei na aisthanomai mperdemeni, ta thelw omws ola dika mou k auto den ginetai..

"o,ti kai na ginei, i agapi tha vgei apo panw" mou eipan.. alla den xerw an thelw na tin afisw na vgei apo panw. kai kyriws den xerw an einai agapi, i auto pou oi amerikanoi lene 'Unfinished business'.
Afou tin eixa valei mia xara sto koutaki tis!

(syggnwmi gia ta apaisia greeklish, alla ftaiei to internet kafe)

Friday

το καλοκαιράκι..



έχει φτάσει εδώ και καιρό.

Στην καρδιά μου,
έχει κάνει κατάληψη.

Κάθε μέρα που ξυπνάω νομίζω πως ακούω τα κύματα της θάλασσας να σκάνε στο κύμα, νομίζω πως βλέπω τοπία με παπαρούνες, νομίζω πως γεύομαι καρπούζι, νομίζω πως αγγίζω την άμμο, νομίζω πως μυρίζω την ευτυχία..

Δεν ξέρω..

..αλλά ίσως πρέπει να το πάρω απόφαση. Είμαι ο πιο αναποφάσιστος άνθρωπος του κόσμου.

Θέλω να βλέπω κόσμο, να συναναστρέφομαι, να ζώ με άλλους, αλλά θέλω να περνάω χρόνο μόνη μου. Είμαι φιλική αλλά και κλειστή. Είμαι ανοιχτή αλλά και συγκρατημένη. Είμαι ασυγκράτητη αλλα υπομονετική. Είμαι ανυπόμονη αλλά σκεπτόμενη. Είμαι παρορμητική αλλά και σοβαρή. Είμαι δυνατή αλλά μου αρέσει να εξαρτώμαι. Είμαι ερωτευμένη αλλά δεν θέλω να το δείχνω. Είμαι συναισθηματική αλλά δεν μου αρέσει. Είμαι δυναμική αλλά θέλω συνέχεια φροντίδα.

Δεν ξέρω πώς θα έπρεπε να είμαι..

αλλά είμαι αυτή που είμαι.

Thursday

Μια επανάσταση στην τάξη..

Ξύπνησε, και το πρώτο που έκανε ήταν να ανοίξει τα πατζούρια. Να μπεί το πρωινό φώς μέσα.. Να την τυφλώσει, να την ξυπνήσει. Άνοιξε και το παράθυρο, να εισχωρήσουν όλες οι μυρωδιές της ημέρας.. Τα λουλούδια, ο φούρνος από δίπλα, η Άνοιξη..

Ήθελε να ξαναγυρίσει στο κρεβάτι της, είχε ακόμα την ανάμνηση της ζέστης και του ονείρου.. το πρόσωπό της είχε ελαφρές γραμμές από το μαξιλάρι..
Το προτιμούσε έτσι. Να πετάγεται από το κρεβάτι, να ανοίγει τα παράθυρα, και μετά να ξαναξαπλώνει λίγο, να χουζουρεύει..

Δεν είχε δουλειά σήμερα, κ είχε όλο το πρωινό ελεύθερο..
Πάντα τις μέρες που δεν είχε κάτι συγκεκριμένο να κάνει ξυπνούσε νωρίτερα από το κανονικό.

Έτσι και σήμερα..

Κοίταξε γύρω της.. το τακτοποιημένο δωμάτιο γύρω της, το γραφείο της γεμάτο χαρτιά σε ίσες στοίβες, τα κομπιούτερ κλειστό, τα διπλωμένα ρούχα πάνω στην καρέκλα.. και θύμωσε.

Την ενόχλησε η ισορροπία, η τάξη στον χώρο που ζούσε.

Πήγε στο σαλόνι. Οι λογαριασμοί, πληρωμένοι ήδη, στο έπιπλο μπαίνοντας. Τα βάζα με τα λουλούδια τοποθετημένα στο κέντρο των τραπεζιών, τα κλειδιά κρεμασμένα σε ένα καρφάκι στον τοίχο, οι πίνακες ίσιοι, οι κορνίζες σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους.

Άσε πια η κουζίνα. Τα πιάτα πλυμένα απο το προηγούμενο βράδυ, τίποτα αφημένο επάνω στις επιφάνειες του χώρου.

Ενοχλήθηκε.. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από χτες, από προχτές, από την προηγούμενη εβδομάδα.. Όλα ήταν στις ίδιες θέσεις, τις δικές τους θέσεις.. Τίποτα δεν ξέφευγε από την ισορροπία, την συμμετρία την τάξη..
Αισθανόταν φιλοξενούμενη μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Σήμερα ειδικά, αυτό την ξένισε.

Λες κ θα γινόταν τίποτα άμα δεν πλήρωνε την ίδια στιγμή που ερχόνταν οι λογαριασμοί, λές και θα άλλαζε κάτι αν δεν τακτοποιούσε τα ρούχα της πριν κοιμηθεί, αν δεν έβαζε τα βάζα ακριβώς στην μέση του τραπεζιού, ή αν άφηνε τα κλειδιά της πάνω στο γραφείο της..

Θυμωμένη, γύρισε στο δωμάτιό της και ντύθηκε βιαστικά. Βγήκε γρήγορα από την πόρτα χωρίς να κοιτάξει το τέλεια τακτοποιημένο σπίτι της.

Βγήκε στο δρόμο και περπάτησε γρήγορα... Έκανε μια βόλτα στα μαγαζάκια γύρω από το σπίτι της, μα τίποτα δεν την κίνησε την περιέργεια..
Και τότε το είδε..

Ένα μικρό μαγαζί με έπιπλα.. Στην βιτρινα είχε κάτι περίεργα χρωματιστά καρεκλάκια, με ένα τραπεζάκι στις ίδιες αποχρώσεις. Δεν της άρεσαν, ήταν τόσο διαφορετικά από τα μπεζ, καφέ και λευκά έπιπλα του σπιτιού της..
Πλησίασε και είδε οτι ήταν κόκκινα, πράσινα, μπλέ έπιπλα, με σκαλισμένες λέξεις επάνω.. Love, Friendship, Honour, Happiness, Light.. Δεν θα ταίριαζαν καθόλου με τον κόσμο που είχε δημιουργήσει στο σπίτι της, θα ήταν τόσο παράταιρο.. Τόσο έξω από τα συνηθισμένα..

Μπήκε μέσα, κ είδε ένα μπαουλάκι στο ίδιο στυλ. Μόνο που το μπαουλάκι στο πάνω καπάκι είχε χαραγμένο την λέξη Hope.

-Θα το πάρω, είπε στον πωλητή, πόσο έχει;

Κουβάλησε το μπαουλάκι μόνη της στο σπίτι.. Δεν ήταν βαρύ.

Ξεκλείδωσε την πόρτα, και μπήκε μέσα χαρούμενη. Δεν την ενόχλησε το τακτικό, ήρεμο σπίτι της. Είχε το μπαουλάκι της. Το κόκκινο, πράσινο, μπλε, κίτρινο σκαλισμένο μπαουλάκι της. Πέρασε το σαλόνι, και προχώρησε στο χολ προς το δωμάτιό της. Άνοιξε το κουτί, και άφησε το μπαουλάκι μέσα στην μέση του διαδρόμου.

Σχεδόν να σκοντάφτει κάθε φορά που θα έπρεπε να περνάει. Ταίριαζε απόλυτα, επειδή δεν ταίριαζε καθόλου.

Μάζεψε τα χαρτιά και τα πέταξε. Ύστερα άλλαξε, αφού πρώτα τακτοποίησε τα ρούχα της στις σωστές τους θέσεις στην ντουλάπα.

Δεν την ενοχλούσε όμως αυτό πια. Κοίταξε το παράταιρο μπαουλάκι της κ κατάλαβε.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το ποιοι είμαστε. Δεν χρειάζεται όμως να αφηνόμαστε και εντελώς. Μια μικρή επανάσταση χρειάζεται που και που, για να μας θυμίζει οτι είμαστε ζωντανοί.

Πήγε στο σαλόνι να διαβάσει την εφημερίδα της, αφού έλεγξε ότι οι κορνίζες είχαν ίσες αποστάσεις μεταξύ τους...